Οι αγώνες εναντίον των Τούρκων του Κρητικού Λαού ήταν πολλοί και οι θυσίες του αμέτρητες. Αρχίζουν σχεδόν αμέσως από την κατάληψη του Νησιού μας από τους Τούρκους το 1669 και τελειώνουν το 1898 με την αυτονόμηση της Κρήτης. Κάθε σπιθαμή Κρητικής Γης είναι ποτισμένη με αίμα των παιδιών της και με θαμμένα κορμιά των ηρώων της.
Οι Βρύσσες Μεραμβέλλου και γενικά η πολύπαθη αυτή επαρχία σε αυτούς τους αιματηρούς αγώνες είχε το δικό της τίμημα.
Τα πρώτα (8) θύματα των Βρυσών αναφέρονται κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εθνικής Επανάστασης του 1821 όπως αναφέρονται στον «Κώδικα Θυσιών». Ένα βιβλίο που εξέδωσε η Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου και πρόκειται για ένα ιεροδικαστικό κατάστιχο, ένα μεγάλο μέρος του οποίου καλύπτει την καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων των Χριστιανών κατοίκων της Ανατολικής Κρήτης, που εκτελέσθηκαν αιχμαλωτίσθηκαν ή εσφαγιάσθησαν κατά την επανάσταση του 1821 και οι περιουσίες τους δεσμεύτηκαν από το Οθωμανικό Δημόσιο.

Αναφέρονται οι εξής: Οι Βρυσανοί, Νικολής Πατεράκης, Γεώργιος Λιανός, Μανώλης Δημητράκης, παπά Κωνσταντής Παρμαράς, Γεώργιος και υιοί Βασίλη, Γεώργιος Παντερμάρας, Βασίλης Μαρής και Κωνσταντίνος Λυρής. Πέραν αυτών υπάρχουν και άλλα ονόματα που δεν είχαν καταγραφεί, διότι οι Τούρκοι κατέγραφαν μόνο όσους διέθεταν περιουσία.
Με το σύνθημα «ΕΝΩΣΙΣ Η ΘΑΝΑΤΟΣ» ο Κρητικός Λαός κήρυξε την επανάσταση με τη Μητέρα Ελλάδα το 1866 που διήρκεσε περί τα 3 χρόνια (1866-1869) που κατέληξε στον αποδεκατισμό του Κρητικού Λαού, το 1/3 του Λαού σκοτώθηκε στις μάχες ή σφαγιάσθηκε, το 1/3 αναγκάσθηκε να ξενιτευτεί στην Ελεύθερη Ελλάδα και το υπόλοιπον 1/3 παρέμεινε στο νησί ανήμπορο να αντισταθεί και σιγά σιγά με τις κακουχίες και το αιμοσταγή ζυγό των Τούρκων εξαφανίζονταν σιγά σιγά.
Το τέλος του αιμοσταγή Χασάν Πασά που ήταν υπεύθυνος για τις σφαγές και τις βιοπραγίες της Επαρχίας ήταν τραγικό. ΘΕΙΑ ΔΙΚΗ!» Στο Κάστρο του Καστελίου Πεδιάδος, έφιππος και αφηνιάσαντος του αλόγου του, παρεσύρθη υπ” αυτού υποστάς δε εκτραχηλισμόν και συρόμενος υπό του αλόγου του στους δρόμους της πόλης υπέστη τραγικόν θάνατον. (Παναγιώτης Κριάρης-Ιστορία της Κρήτης).
Τον Μάϊο του 1867 πολυάριθμος τακτικός Τουρκικός Στρατός, από Τουρκοαιγύπτιους στρατιώτες μαζί με Βασιβουζούκους Τούρκους και πολλούς άτακτους, με επικεφαλείς τρεις πασάδες τον Ομέρ, τον Κρητικής καταγωγής Ισμαήλ και Ρασίτ πασά στρατοπεδεύουν στο Καστέλι πεδιάδος, με σκοπόν να καταπνίξουν την επανάσταση της Επαρχίας στο οροπέδιο του Λασιθίου.

Η μάχη βάσταξε δέκα ημέρες και το οροπέδιο επυρπολήθη και οι κάτοικοι εσφαγιάσθησαν. Και ενώ ο Τουρκικός στρατός υποτάσσει τους επαναστάτες, η επαρχία Μεραμβέλλου εξακολουθεί να αντιστέκεται. Ένα τμήμα του Τουρκοαιγυπτιακού στρατού κατέρχεται από το οροπέδιο προς την Επαρχία Μεραμβέλλου. Κατεβαίνοντας προς την Κωμόπολη της Νεάπολης τον Ιούνιον του 1867 στρατοπέδευσαν στο χωριό ΒΡΥΣΕΣ μεταξύ του λόφου του Προφήτη Ηλία και της Μονής των Κρεμαστών.
Έτσι στις 6 Αυγούστου του 1867 ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος υπήρξε η Μεγάλη Μάχη των Βρυσσών, που οι ιστορικοί είτε σκοπίμως αγνοούν επιμελώς ή αναφέρουν ελάχιστα στις παρυφές της Ιστορίας.
Τη μάχη αυτή κέρδισαν οι Κρήτες Επαναστάτες και έτσι υποχρέωσαν τον τουρκικό στρατό να αποχωρήσει από το Νομό Λασιθίου που κατείχε για μήνες προηγουμένως. Η μάχη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αναπτερώσει το ηθικόν των επαναστατών και να δώσει πνοή στην επανάσταση σε μια κρίσιμη καμπή της.
Θύματα της Μάχης των ΒΡΥΣΩΝ που έπεσαν πολεμούντες τον κατακτητή είναι ο Εμμ. Βελονάκης – Ιωάννης Τζένιος – Χατζή Αντώνιος – Σπανάκης Ιωάννης – Λεπίδης Ιωάννης – Τζανής Ρούσος – Κων/νος Γραμματικάκης.
Χαρακτηριστικά είναι τα σχετικά υπάρχοντα Κρατικά αρχεία και οι διάφορες περιγραφές αυτόπτων μαρτύρων, για το πώς διαδραματιστήκαν τα γεγονότα της Μεγάλης αυτής Μάχης. Ειδικότερα αναφέρονται τα εξής:

Στη μεγάλη αυτή Κρητική επανάσταση (1866-1869) που εξελίχτηκε σε αληθινή τραγωδία, το χωριό μας Βρύσες Μερ/λλου) έπαιξε σπουδαιότατο ρόλο. Υπήρξε κύρια εστία. Ανάδειξε γενναίους αρχηγούς και πρόσφερε τουρκομάχους αγωνιστές. Βρυσανός ήταν η ψυχή της επανάστασης στην περιοχή μας. Ο φλογερός πατριώτης και αψεγάδιαστος Ιεράρχης Πέτρας Μελέτιος Χλαπουτάκης, Είναι εκείνος που ύψωσε στο Μεραμπέλλο τη σημαία της επανάστασης το 1866.
Οι Τούρκοι του Νομού Λασιθίου για την επαναστατική του δραστηριότητα τον αποκαλούσαν «Μελετέμπεη». Ο Σουλτάνος για την εθνική του δραστηριότητα τον καταδίκασε σε θάνατο. Με ενέργειες του τότε διοικητή Λασιθίου Κωστή Αδοσίδη Πασά και του Πατριάρχη Ιωακείμ (1868-69) και εξαιτίας των πολλών του αρετών ανακάλεσε ο Σουλτάνος το καταδικαστικό φιρμάνι. Οι αγωνιστές τον ανακήρυξαν αρχηγό τους αλλά αυτός λόγω του σχήματός του δεν αποδέχτηκε το αξίωμα και υπέδειξε ως κατάλληλο αρχηγό τον Βραχασώτη Κων/νο Σφακιανάκη, ο οποίος και αναγνωρίστηκε από την κεντρική επιτροπή των Κρητών η οποία είχε την έδρα της στη Σύρο.
Πρωτεύοντα ρόλο στην τριετή Επανάσταση (1866-69) διεδραμάτισε ο νυμφευμένος και μόνιμα εγκατεστημένος στις Βρύσες Μεραμπέλλου οπλαρχηγός Κων/νος Κοζύρης. Ο ιστορικός Μουρέλος γράφει: «Μόλις έγινε γνωστό το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και συγκεκριμένα στις 16 Νοεμβρίου 1866, τρεις παράτολμοι οπλαρχηγοί οι Κων/νος Κοζύρης, Ιωάννης Μουρέλος και Σήφης Δερμιτζάκης κατορθώνουν να περάσουν με τους άνδρες των τα επικίνδυνα στενά της Μαλαύρας… Τα τρία επαναστατικά σώματα αφού ελαφυραγώγησαν τα χωριά, σκοτώνοντας για εκδίκηση της καταστροφής του Αρκαδίου, όσους Τούρκους συναντούσαν στον δρόμο τους. Γύρισαν πάλι πίσω σέρνοντας μαζί τους αρκετές χιλιάδες πρόβατα και ζώα κατάφορτα με τροφές για τα επαναστατικά σώματα που ήταν συγκεντρωμένα στα Λασιθιώτικα βουνά».
Οι επίσημες εκθέσεις του Αρχηγείου των έξι Ανατολικών επαρχιών αναφέρουν ότι το σώμα του Κ. Κοζύρη έλαβε μέρος και διέπρεψε σε ανδρεία και γενναιότητα πολεμώντας στο Σελί της Αμπέλλου στις πολύνεκρες μάχες του Οροπεδίου (20-30 Μαΐου 1867).
Τρίτος σεμνός αγωνιστής με Εθνική και θρησκευτική έξαρση ήταν ο οπλαρχηγός Νικόλαος Παπαγιαννάκης. Έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες που διεξήχθησαν την τριετία του 1866-69. Το τουρκικό ασκέρι μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου είχε στρατοπεδεύσει στο Καστέλλι της Πεδιάδας. Στόχος του ήταν να καταστρέψει το Λασίθι, τα Σφακιά της Ανατολικής Κρήτης, αλλά και κάθε άλλη επαναστατική εστία. Πίστευε ότι μόνο έτσι μπορούσε να κατασταλεί η Επανάσταση. Αφού λαμπάδιασε τα χωριά του Οροπεδίου και τά έπνιξε στον καπνό, το καλοκαίρι του 1867. Η μεγάλη δύναμη του Ομέρ Πασά κατέβηκε στο Μεραμπέλλο καίγοντας και καταστρέφοντας τα χωριά.
Πρώτος σεβαστός μάρτυρας το αρχείο του Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη με χρονολογία 27 Αυγούστου 1867 λέει:
«Μεγάλη καταστροφή έπαθε η Ιερά Μονή Κρεμαστών και τρεις εκκλησίες εν τω χωρίω Βρύσες. Την 7ην Ιουνίου εφόνευσαν εν Βρύσες τον χρηστόν νέον Εμμανουήλ Βελονάκη διότι δεν έσπευσε δρομαίως να προμηθεύσει ασκούς εις τον άπληστον Οθωμανόν να πάρει έλαιον. Την αυτήν ημέραν εκρεούργησαν τον Ιωάννην Τσένιον, τον Χατζή Αντώνιον, Ιωάννην Λεπίδην, Τζανή Ρούσον και Κων/νον Γραμματικάκην εκ του χωρίου Βρύσες»..

Για το φόνο του Εμμανουήλ Βελονάκη η παράδοση αναφέρει ότι κατακοματιάστηκε ζωντανός και τα μέλη του τα πέταξαν στο Πηγάδι της Σοφούλιάς.
Ο ιστορικός Κριάρης αναφέρει: «Την 6η Αυγούστου 1867 οι αρχηγοί και οπλαρχηγοί Κων/νος Σφακιανάκης, Δημ. Κοκκίνης, Εμμ. Μαράζης, Μιχελοδημητράκης, Δεράκης, Τρυφίτσος, Καγιαμπές μετά τινών ιππέων και τινών Σφακιωτών υπό τους Κουντουράκηδες καταλαβόντες τας θέσεις Καβαλλαράν, Καστριά, Κατσόματοκαι Παρακαλούρι, προσέβαλον τον εις Βρύσες εχθρόν την 7ην και ηνάγκασαν αυτόν να υποχωρήσει εις Νεοχώρι (σημερινή Νεάπολη) και εκείθεν την νύκτα εις Καλαρύτην όπου και οχυρώθη».
Όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες των πηγών. Το καλοκαίρι του 1867, μεγάλη δύναμη του Ομέρ Πασά εστρατοπέδευσε στην Κοιλάδα του Μεραμπέλλου. Ένα τάγμα, οπισθοφυλακή, έστησε το στρατόπεδό του στο Πρόβαρμα Βρυσών (από τη Βρύση του χωριού μέχρι και τις σημερινές κατασκηνώσεις). Ετοποθέτησε δύο φυλάκια. Το ένα στον πόρο της Καβαλλαράς και το άλλο στον Προφήτη Ηλία. Οι Βρύσανοί αναγκάστηκαν να αποσυρθούν σε περισσότερο ασφαλείς θέσεις, στο Βοθώνι και στο καρφί της Τράπεζας. Οι καταστροφές στο χωριό (Βρύσες Μεραμπέλλου) είναι ανεκδιήγητες. Θύματα της τουρκικής θηριωδίας κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα. Η επανάσταση εξελίχτηκε σε τραγωδία. Κατά την παράδοση, πρώτη μάρτυρας, είναι μια Βρυσανή κορασίδα, που κατέβηκε από το Βοθώνι να πάρει νερό για τα μικρά της αδέλφια. Οι Τούρκοι αφού την ποδοπάτησαν την εφόνευσαν. (Έχει ταφεί στην Παναγία των Πατέρων). Οι εκκλησίες μας και τα ιερά μας σύμβολα βεβυλώθηκαν με τον πιο αισχρό τρόπο. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν τα σημάδια από τις σφαίρες που δέχτηκε η εικόνα της Παναγίας. Μάρτυρας αδιάψευστος της πυρπολήσεως του χωριού η εικόνα της Μεταμορφώσεως. Αφού την έσπασαν στα δύο, την έβαλαν στη φωτιά μα δεν κάηκε γιατί τα ξύλα (λέει η παράδοση) άρχισαν να χτυπούν παράξενα και σκορπίστηκαν χωρίς να καεί η εικόνα.

Την ημέρα του Αφέντη Χριστού, 6 Αυγούστου 1867, οι οπλαρχηγοί Κων. Σφακιανάκης, Εμμ. Κοκκίνης και οι άλλοι με τη μικρή δύναμη των 100 ανδρών την οποία διατηρούσαν ακόμη από τις μάχες του Λασιθιού και οι Βρυσανοί με τους οπλαρχηγούς, Κοζύρη και Παπαγιαννάκη, που γνώριζαν τα περάσματα, προετοίμασαν διπλή αιφνιδιαστική επίθεση. Ένα τμήμα σκαρφάλωσε νύχτα στην Καβαλλαρά. Για να μη γίνει αντιληπτό, κρέμασε κουδούνια στο λαιμό του, για να νομίσουν οι Τούρκοι ότι ο θόρυβος προέρχεται από ζώα που έβοσκαν στο δάσος. Με κάθε προφύλαξη από τις Κορακιές έφθασε στο τουρκικό φυλάκιο του Πόρου της Καβαλλαράς. Έσφαξε τους Τούρκος του φυλακίου οχυρώθηκε και με το τουφέκι στο χέρι περίμενε το σύνθημα από τον Προφήτη Ηλία. Το δεύτερο τμήμα τα ξημερώματα έφθασε από τον Κατσόματο στα Καστριά. Εξουδετέρωσε το φυλάκιο του Προφήτη Ηλία και έδωσε το σύνθημα της μάχης. Οι χριστιανοί όρμησαν με ό,τι βρήκαν στα χέρια τους. Με όπλα, τσεκούρια, ξύλα και πέτρες. Ο διπλός αιφνιδιασμός, στην παραζάλη του ύπνου έφερε σύγχιση στους Τούρκους. Δημιουργήθηκε η παρεξήγηση ότι είχαν ξεσηκωθεί εναντίον τους οι Αιγύπτιοι χριστιανοί που με βία είχαν στρατολογήσει.
Η επίθεση εξελίχθηκε σε πολύωρη και πολύνεκρη μάχη. Η νίκη των επαναστατών ήταν μεγάλη. Από τα λάφυρα των εχθρών οπλίστηκαν πολλοί άοπλοι επαναστάτες. Οι Τούρκοι έπαθαν αληθινή πανωλεθρία. Εγκατέλειψαν την Νεάπολη που μέχρι τότε ήταν το καταφύγιό τους και οχυρώθηκαν στον Καλαρύτη. Για να θάψουν τους σκοτωμένους φτιάξανε τούρκικο νεκροταφείο και το τοπωνύμιο είναι γνωστό μέχρι σήμερα «Στον Πετριά». Τους Χριστιανούς έθαψαν στη γειτονιά των Μαυρίκιδων. Τη συνέχεια μας τη δίνει ο καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, Θεοχάρης Δετοράκης, με το ανέκδοτο ιστορικό έγγραφο που παρουσιάζει στο περιοδικό «Αμάλθεια» και βρίσκεται στο ιστορικό Μουσείο Κρήτης (Ηράκλειο).

Αυτό μας λέει:
«Το Σεπτέμβρη του 1867 τρεις έως τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες και 500 ντόπιοι κατέχουν και πάλι τη θέση Μονή Κρεμαστά και το χωριό Βρύσες» .Ο Κων/νος Σφακιανάκης Γενικός αρχηγός και οι: Μιχαλοδημήτρης, Ηλιάκης, Ιωάννης Γιανίκος και Χατζάκης αρχηγοί Ρίζου (Βιάννου), Μηλιαράς Καζάνης και Βασιλογιάννης αρχηγοί Λασιθίου, Κων/νος Κοζύρης και Κοκκίνης αρχηγοί Μερ/λλου, Αντώνιος Τριφόπουλος, αρχηγός Πεδιάδας και άλλοι πολλοί συνεδρίασαν στο Λασίθι, διόρισαν αρχηγό Μερ/λλου τον Ματθαίο Σφακιανάκη (αδελφό του Κων/νου Σφακιανάκη εγκατεστημένο στα Πεζά Πεδιάδας) μάζεψαν οπλίτες και νύχτα κατέβηκαν στη θέση «Δράσι Μετόχια».
Χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το πρώτο με Βιαννίτες, Γεραπετρίτες και Πεδιαδίτες, με τους αρχηγούς των καταλαμβάνουν τις ορεινές θέσεις, πάνω από το χωριό και τη Μονή Κρεμαστών. Το άλλο με Μεραμπελλιώτες και με αρχηγούς τους Βραχασώτες αδελφούς Κων/νο και Ματθαίο Σφακιανάκη, προχώρησαν και τα ξημερώματα άρχισαν αιφνιδιαστικά τη μάχη, πάνω από τη Μονή Κρεμαστών σε τρία διαφορετικά σημεία. Σ” αυτή λάμβαναν μέρος μαζί με τον τούρκικο στρατό και ντόπιοι Τούρκοι. Οι χριστιανοί κατείχαν ισχυρές αμυντικές θέσεις και η σφοδρή μάχη κράτησε πέντε ώρες. Οι εχθροί αποδεκατίστηκαν. Εκτοπίστηκαν από τη Μονή Κρεμαστών, τράπηκαν σε φυγή και κατέφυγαν στο χωριό Βρύσες, όπου ενώθηκαν με τους άλλους. Μέσα στο χωριό συνεχίστηκε φοβερή μάχη, μέχρι που είχαν πολεμοφόδια οι χριστιανοί. Μετά άρχισαν να υποχωρούν κανονικά. Καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους διασκορπίστηκαν στα διάφορα ορεινά χωριά της Επαρχίας Μεραμπέλλου.

Στη μάχη αυτή οι απώλειες των Τούρκων ήταν σημαντικές και των χριστιανών ασήμαντες. Διακρίθηκαν πολλοί από τους αρχηγούς και τους οπλίτες, αλλά προπάντων ο Ματθαίος Σφακιανάκης ο οποίος έδειξε αρκετή αποφασιστικότητα και τόλμη και πολέμησε γενναία σαν απλός στρατιώτης. (Η Κρητική Πολιτεία τον κατάταξε στην Α” τάξη αγωνιστών).
Εξαιτίας του σημαιοφόρου Ιωάννη Καλαϊτζάκη από τις Δαφνές Μαλεβυζίου ο οποίος αψήφησε τα βόλια του εχθρού, η σημαία μας για μια ακόμη φορά δοξάστηκε στο χωριό μας.
Τα ξεχωριστής ιστορικής σημασίας γεγονότα, που διαδραματίστηκαν στο πολύπαθο χωριό μας το 1867, σύντομα περιέγραψε ο τότε εφημέριος Καστελλίου Φουρνής π” Χατζής πάνω σ” ένα εκκλησιαστικό βιβλίο. «Στα 1867, Αυγούστου 7, ημέρα Δευτέρα εκατεβήκανε οι χριστιανοί από το Αόρι και εκαταπάτησαν τη βάρδια που είχανε οι Ισλάμηδες το τακτικό ασκέρι από πάνω τζι Βρύσες και όσοι ήτανε στη βάρδια εσκοτωθήκανε, έπειτα έτρεξαν το επίλοιπο ασκέρι και ζύγωσαν τους χριστιανούς ως το Δράσι στον Ποταμό αλλά δεν έπαθε κανείς χριστιανός τίποτης οι δε Ισλάμηδες εφοβηθήκανε και έφυγαν από τζη Βρύσες και επήγαν στον Καλαρίτη».

Πολύ αργότερα ο στρατηγός Ι. Αλεξάκης (στο εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου, τόμος 10ος, τεύχος 1ο) έγραψε: «Εις την Καβαλλαράν Μερ/λλου πλησίον του χωρίου Βρύσες έγινε μάχη την 7-8-1867 μεταξύ του υπό τον Ομέρ Πασά τουρκικού στρατού, στρατοπεδεύσαντος εκεί, και των Κρητών επαναστατών, οίτινες τον ηνάγκασαν να απέλθη εις Νεάπολιν. Μετά την μάχην ταύτην ως και εις άλλας παρετηρήθησαν επί τόπου σωροί σφαιρών τουρκικού τουφεκίου, ότι όπερ επιστοποιεί ότι οι εν τω τουρκικώ στρατώ, υπηρετούντες τότε χριστιανοί στρατιώται εξ Ασίας και Αιγύπτου (Κόπται), διά να μη φονεύουν τους χριστιανούς Κρήτας, αφήρουν τας σφαίρας (βολίδας) εκ των φυσιγγίων και επυροβόλουν μόνον διά της πυρίτιδος».
Όλες οι πηγές συμφωνούν με εκείνο το οποίο έχει γραφτεί άλλοτε σε Κρητική εφημερίδα ότι: «Τα Μεραμπελλιώτικα βουνά στάθηκαν το ίδιο απόρθητα, όπως και τα Σφακιανά και οι γιγαντοκορφές του Ψηλορείτη».

Start typing and press Enter to search